γατόμος

γᾱτόμος, ον, [dialect] Dor. for γή-τομος,
A cleaving the ground,

δίκελλα A.Fr. 196

, cf. AP6.95 (Antiphil.), Hsch. s.v. τμήγας.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γατόμος — γατόμος, ον (Α) αυτός που τέμνει, που σκάβει τη γη (α. «γατόμος δίκελλα» β. «γατόμος Πάρμις», το όνομα τού γεωργού). [ΕΤΥΜΟΛ. < γη (δωρ. γᾱ) + τομος < τέμνω, δωρ. τ. τού γήτομος] …   Dictionary of Greek

  • γατόμος — γᾱτόμος , γατόμος cleaving the ground masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -τόμος — Α β συνθετικό παροξύτονων και προπαροξύτονων ουσιαστικών και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στη λ. τόμος* «τεμάχιο, τμήμα, κομμάτι» (< τέμνω). Τα παροξύτονα ονόματα σε τόμος είναι αντικειμενικά σύνθετα με α… …   Dictionary of Greek

  • γη — Γ. ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε (ετυμολογείται από το αρχαίο γαία). Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γ., όμως, ονομάζεται κυρίως ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού… …   Dictionary of Greek

  • τμήγας — Α (κατά τον Ησύχ.) «γατόμος, ἀροτήρ». [ΕΤΥΜΟΛ. < τμήγω «τέμνω, σχίζω» + κατάλ. ας] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.